Με τη ματιά μιας έφηβης

 

 

        Η κατάσταση είναι πρωτόγνωρη. Όχι για την ανθρώπινη ιστορία, αλλά για εμάς. 

Δεν είναι εύκολο να αντιληφθείς ότι τόσος κόσμος πεθαίνει, ότι αυτοί οι αριθμοί με τα τόσα ψηφία

αντιστοιχούν σε ανθρώπους, με οικογένειες και με ζωές που δεν περίμεναν να αλλάξουν τόσο ριζικά

ή να σταματήσουν τόσο απότομα.

Δεν δέχεσαι ότι η χώρα που έχει 3ψήφιους και 4ψήφιους αριθμούς νεκρών καθημερινά βρίσκεται

μια λωρίδα θάλασσα απέναντι.

Δεν δέχεσαι ότι βρίσκονται όλοι σε κίνδυνο, ότι δεν θα σε σώσουν τα χρήματα, η ηλικία ή η εμφάνιση σου.

Δεν θες να πιστέψεις ότι σκηνές που άκουγες για άλλες περιόδους της ιστορίας, για μαζικούς τάφους,

για νεκρούς που θάβονται χωρίς την οικογένεια τους, για περιορισμούς στην ανθρώπινη ελευθερία,

για τη διακοπή εορτασμών, θα συμβούν στη δική σου εποχή.

Σου λείπουν οι δικοί σου, οι φίλοι σου, η ζωή σου.

Θες πίσω το σχολείο, το Πάσχα, τη βόλτα που σου στέρησαν.

Να μπορείς να βγεις χωρίς να δίνεις αναφορά στην κυβέρνηση για όσο θες.

Κλείνεις τις ειδήσεις, αλλάζεις θέμα στην συζήτηση, το αγνοείς.

Φτιάχνεις μια δική σου καθημερινότητα και κλείνεσαι εκεί.

Διαβάζεις, ασχολείσαι, κάνεις την ζωή σου μέχρι να γίνουν όλα πάλι σαν πριν.

Μετά από κάποιο σημείο παύεις να αναζητάς αφορμή να βγεις έξω.

Δεν έχει νόημα, αφού και εκεί δεν ξεφεύγεις.

Γάντια, μάσκες, σχολαστικό πλύσιμο χεριών και μακριά από τους ηλικιωμένους.

Δεν με νοιάζει. Δεν το δέχομαι.

Θέλω να βγω στον ήλιο, να αγκαλιάζω τη γιαγιά μου φορτωμένη με τις σακούλες από τα ψώνια.

Δεν έχω ασχοληθεί πολύ.

Δικαίωμα μου.

Δεν με κάνει αναίσθητη ή λιγότερο άνθρωπο το να μην τους αφήνω να μου πάρουν και την όση χαρά βρίσκω.

Προσπαθείς να βρεις το καλό και ας είναι δύσκολο.

Θα είμαστε όλοι υγιείς και ας είμαστε για λίγο χώρια.

 

 

 

                                                                                                                     Μαρουλιώ Μάνεση-Νικολοπούλου

                                                             

                                                                    ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΜΙΑ ΒΑΠΟΡΙΑ ΔΡΟΜΟΣ

 

 

 

        «Καραβίζαμε τα αυτοσχέδια τενεκεδένια καραβάκια μας και συγχρόνως ονειρευόμασταν.

          Να γίνουμε καπεταναίοι, καραβοκύρηδες…» 

  Παιδικά όνειρα που ίσως γίνουν πραγματικότητα. Νοσταλγία βγαλμένη από την αναπόληση 

    του παρελθόντος. Αφηγήσεις που δίνουν στοιχεία για περασμένες δεκαετίες.

Την καθημερινότητα στο νησί, τη ζωή στη θάλασσα, τις συνθήκες στο χώρο της ναυτιλίας.

Μέσα από πολύωρες συζητήσεις για εποχές μακρινές, καταστάσεις ιδιαίτερες,

μαθήματα από τα παθήματα της πολυτάραχης ζωής ενός ανθρώπου,

που ξεκίνησε από τα βουνά της Άνδρου για να φτάσει στην 5η Λεωφόρο της Νέας Υόρκης.

Μέσα από τον Τύπο της εποχής και τη δημοσιογραφική έρευνα

για το κοινωνικο-πολιτικό σκηνικό που πλαισιώνει αυτήν την πορεία.

  Μια δημοσιογραφική δουλειά που στοχεύει στη διάσωση πληροφοριών από εποχές που έχουν φύγει οριστικά. 

Στην ευαισθητοποίηση κυρίως των νέων να σταθούν στις αφηγήσεις των ανθρώπων

μιας άλλης γενιάς και να αντλήσουν απ΄ αυτές γνώση.

Γιατί και οι προφορικές, προσωπικές μαρτυρίες αποτελούν κομμάτι της ιστορίας.  

         «Δεν έχει σημασία μόνο το τελικό αποτέλεσμα. Σημασία έχει το ταξίδι… το καράβισμα των ονείρων».

Το ταξίδι της ζωής…  Και μπορεί να είναι μόνο μια ‘’βαποριά δρόμος’’ που σε χωρίζει

από την πραγμάτωση του ονείρου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                     Cover Manesi Lemoneones

 

     Ένα ταξίδι στους ανθισμένους ή γεμάτους εκατομμύρια καρπούς, «λεμονεώνες» της Άνδρου, τότε που ο λεμονοκαρπός αποτελούσε «το πιο περιζήτητο τοπικό προϊόν»… Από την προεπαναστατική ακόμη περίοδο, οπότε τα ιστιοφόρα τον μετέφεραν στις αγορές της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου, μέχρι τον 20ο αιώνα. Μέσα από κείμενα ξένων περιηγητών, αρχειακό υλικό, δεκάδες δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου, αλλά και αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν από κοντά τη διαδικασία της καλλιέργειας, της συγκομιδής από τους «κόφτες», της μεταφοράς του λεμονοκαρπού από τους αγωγιάτες με τις φορτωμένες στα γαϊδουράκια «κόφες» μέχρι το λιμάνι, στα «λεμονοκάικα» για κοντινούς ή πιο μακρινούς προορισμούς.

     Η ανάπτυξη της ναυτιλίας, απομάκρυνε τους Ανδριώτες από τους φορτωμένους με λεμονανθούς, λεμονοκαρπούς, ακόμη και πρωτολέμονα ή δίφορα λεμόνια, «λεμονεώνες», οι οποίοι όμως παραμένουν ζωντανοί… ίσως είναι καιρός να ακμάσουν ξανά και ο λεμονοκαρπός του νησιού να μπει και πάλι σε εξαγωγική τροχιά.

    Η ιστορία της «ευεργέτιδος του τόπου μας Λεμονέας» και του καρπού για το οποίο πίστευαν ότι «μόνον το προϊόν τούτο δίδει επωφελή εργασίαν εις όλας τας τάξεις της κοινωνίας», μέσα από τη δημοσιογραφική έρευνα της Μανιώς Μάνεση, στο βιβλίο «Λεμονεώνες στο διάβα του χρόνου».

Λίστα άρθρων

Καιρός

Στιγμές

_ΠΑΡΑΠΟΡΤΙ_1.jpg