Η απόλυτη προσαρμογή στο σήμερα

 

 

Της Μανιώς Μάνεση

 

 

Έχει βιώσει την τεχνολογική επανάσταση του 20ου αιώνα… τη μεταπολεμική κοινωνική μεταμόρφωση… εν τέλει, την ανατροπή και μετεξέλιξη της καθημερινότητας από τη γέννησή του, το 1918, μέχρι σήμερα. Και έχει απόλυτα προσαρμοστεί και ενταχθεί στη σύγχρονη πραγματικότητα.

         Δημήτρης (Τάκης) Πολέμης. Βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, απόμαχος πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, όπως ο ίδιος υπογράφει με τη σφραγίδα του, φανατικός ερευνητής πληροφοριών και στοιχείων για τη ζωή του χωριού του, χρήστης του ίντερνετ!

       Ετών 98! Παραμένει υπερδραστήριος, με πλήθος ενδιαφερόντων, πλούσια συλλογή βιβλίων «μπορεί νάχω 3000 βιβλία… τα έπαιρνα μαζί μου και διάβαζα μέσα στο βαπόρι» και αμείωτη διάθεση για μάθηση. «Έχω μια δασκάλα και έρχεται και μου δείχνει το ίντερνετ…» λέει με κρυφή περηφάνια…

 

Οι συζητήσεις με τον κ. Πολέμη έχουν πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνον οι αφηγήσεις από τα προσωπικά βιώματα μιας εποχής που πέρασε. Το προσωπικό του αρχείο αποτελεί αστείρευτη πηγή πληροφοριών και ντοκουμέντων για τη ζωή του χωριού, στοιχεία τα οποία θέλει να επικοινωνήσει στις επόμενες γενιές. «Έχω τους γεννηθέντες του χωριού τα χρόνια 1847-1917, τους δράσαντες στην Επανάστασιν του 1821...» και πολλά, πολλά ακόμη...

 

Γεννημένος στις Στενιές Ανδρου, σε εύπορη ναυτική τρίτεκνη οικογένεια θυμάται με νοσταλγία τα παιδικά του χρόνια. «Η μάνα ήταν αυστηρή… Δεν είχε χάδια… Φαίνεται ότι ήμουν σκληρό παιδί με έδερνε…» λέει με ένα χαμόγελο για να προσθέσει «ολόκληρη η κοινωνία ήταν αυστηρή. Οι άνδρες λείπανε και οι γυναίκες είχαν ολόκληρη την ευθύνη για το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών». Μιλάει με περηφάνια για τη μάνα, η οποία φαίνεται ότι του ενέπνευσε την αγάπη για τη συγκέντρωση και φύλαξη οικογενειακών εγγράφων. «Εχω ένα φάκελο, που έγραφε η μάνα μου το ’50 ‘να φυλαχτεί, είναι το δίπλωμα του παππουλή’».

 

 

 

ΜΕ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΟ gia site

 

                                 Με τη μητέρα του Φρατζεσκούλα και τον αδελφό του Γιώργο

 

                                         (από το προσωπικό αρχείο του Τάκη Πολεμη)

 

 

 

               Οι αναμνήσεις διαδέχονται η μια την άλλη και οι εικόνες ζωντανεύουν. Μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο των Στενιών. Μάθημα πρωί, απόγευμα. «Οκτώ το πρωί πηγαίναμε. Ξανανεβαίναμε το απόγευμα. Δεν υπάρχει στη σκέψη ότι είχαμε κουραστεί… Θυμάμαι τον δάσκαλο, τον παπα Νίκο Βασιλόπουλο. Ζητούσε να του πηγαίνουνε βέργες για να δέρνει τα παιδιά… Εγώ έφυγα από το Δημοτικό, το 31. Όταν ήρθε δημοδιδασκάλισσα γυναίκα, μας εφαίνετο τόσο περίεργο…».

            Οι σκανταλιές δεν έλειπαν από την καθημερινότητα των πιτσιρικάδων της δεκαετίας του ’20. Ελλείψει ποδηλάτου, επιστρατευόταν το τσέρκι! «Μόνο δύο είχαν τότε ποδήλατο. Εμείς είχαμε τσέρκι, ένα μεταλλικό κυκλικό –περίπ

ου σαν αυτό των βαρελιών – και το κυλούσαμε τρέχοντας. Ανησυχούσαμε τους ηλικιωμένους, θυμάμαι ένας έβγαινε από το σπίτι του και μας πετούσε το μπαστούνι του…κάποιοι το έπαιρναν και εκείνος φώναζε…» θυμάται και ακόμη γελάει με τις ζαβολιές των παιδικών χρόνων. Με καμάρι αναφέρει ότι «από τα χωριά μόνο δυο είχαμε πάει πρόσκοποι.  Εγώ και ο Νικόλαος Δάμπασης, από τις Υψηλού Στραπουριές, μετέπειτα στρατηγός». Και αναπολεί την ανεμελιά εκείνης της εποχής. «Πηγαίναμε στον ποταμό, κάτω από το γεφύρι του Λέοντα και ψαρεύαμε χέλια. Σηκώναμε πέτρες και είχε χέλια, όλο μέχρι μέσα. Τα παίρναμε και τα τηγάνιζε η μάννα μου. Έχω φάει χέλια από εκεί!!!»

 

 

                                                                           ΔΕΛΤΙΟ ΠΡΟΣΚΟΠΙΣΜΟΥ gia site

 

                                                                                 Δελτίο προσκοπισμού, Νοέμβρης 1934. 

                                                                         (από το προσωπικό αρχείο του Τάκη Πολεμη)

 

            Γυμνάσιο στη Χώρα. Στόχος η φοίτηση μέχρι την τετάρτη τάξη αφού αρκούσε η τετραετής γυμνασιακή φοίτηση για το δίπλωμα του πλοιάρχου. Η είσοδος στο γυμνάσιο γινόταν καθημερινά με χωριστές γραμμές των αγοριών και των κοριτσιών. Αριστερά οι μαθητές, δεξιά οι μαθήτριες… Φιλόλογος ο Βεντούρης. Αυστηρός.  Ιδιαιτέρως θυμάμαι το γυμναστή, Σαραντόπουλο, ο οποίος μας έκανε μάθημα υγιεινής. Εβγαζε από την τσέπη του ένα μαντήλι σιδερωμένο, άναβε ένα τσιγάρο και φυσούσε πάνω στο μαντήλι. Το μαντήλι γινόταν μαύρο και μας έλεγε έτσι θα γίνουν τα πνευμόνια σας αν καπνίζετε…Θυμάμαι ο Σαραντόπουλος, επειδή έκανα καλή σουηδική και ήμουν από την ψηλή σειρά, με έπαιρνε μαζί του στους παγκυκλαδικούς αγώνες που γινόταν στη Σύρα κάθε χρόνο. Μαζευότανε όλη η Σύρα. Και καταλαβαίνεις τώρα παιδιά 18 χρονών να πηγαίνουνε στη Σύρα και να λείπουν από το σπίτι 2-3 μέρες, ελεύθερα. Τι γινότανε, δεν λέγεται…» θυμάται και ένα πονηρό γέλιο φωτίζει το πρόσωπό του.

 

Το πρώτο μπάρκο και η επιστροφή στα θρανία 

 

              Δεκαετία του ’30. Κάθε Κυριακή οι νέοι κάνουν τη βόλτα τους στο «Φάληρο», έξω από το χωριό. Καφενείο, του Λούη στην πλατεία. «Σημειώστε ότι παπούτσια δεν υπήρχαν. Μπαίνανε μόνο τις Κυριακές για την εκκλησία. Με τσαρούχια ήμασταν…».

              Οι νέοι μπαρκάρουν και οι κοπελιές τους αποχαιρετούν με το δίστιχο…

                                                         «Mισεύουν τα γαρύφαλα, μισεύουν κι οι γαζίες

                                                            κι αύριο αναχωρούν οι νέοι από τις πλατείες»…

Πρώτο μπάρκο, 1934-35, ναύλος για Αλεξάνδρεια. Μούτσος στο βαπόρι Ταΰγετος.Οι ναύλοι ήταν συνήθως Ευρώπη – Αργεντίνα για δημητριακά ή Ρωσία. «Ιαπωνία δεν ξέραμε τότε. Με το «Ταΰγετος» πήγαμε στην Οντέσα, Ρωσία…  το πλήρωμα δεν έβγαινε έξω απαγορευόταν, από κάτω φύλαγε στρατός. Εβγαινε μόνο ο καπετάνιος. Στα βρετανικά βαπόρια δεν έβγαινε ούτε ο καπετάνιος. Ό,τι ήθελε του τα έδιναν απέξω. Ηταν ο κομμουνισμός στη Ρωσία…». Το πρώτο μπάρκο κράτησε ένα χρόνο περίπου, αφού «βγαίνει ο Μεταξάς και λέει για να πάρετε δίπλωμα πλοιάρχου πρέπει να έχετε απολυτήριο γυμνασίου, δεν αρκεί το ενδεικτικό της τετάρτης. Και γυρίσαμε πίσω ξανά στα θρανία».

 

Παραμονές πολέμου

  

           «Ποιά είναι η πιο έντονη στιγμή των νεανικών μου χρόνων; Που έφυγα και πήγα στρατιώτης. Τον Ιούλιο του 1939. Θα έφευγα από το σπίτι... Παρουσιάστηκα στον Πόρο… σε εξετάζουνε… εμένα φαίνεται η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα από την αγωνία και με ξαπλώσανε πάνω σε κάτι ξύλα… μετά από μισή ώρα μου λένε σήκω πάνω... Ενδιαφερόμασταν να πάμε για σηματωροί, να μάθουμε τα σήματα που μας χρειαζόταν στο εμπορικό ναυτικό…

 

ΣΗΜΑΤΩΡΟΣ - αβερωφ

ΣΗΜΑΤΩΡΟΣ - αποσπασμα μητρωου

 

                                                         

      Ιούνιος 1940.  Ναύτης σηματωρός στο Θ/Κ Αβέρωφ.                                     Απόσπασμα Μητρώου                                                                                                      (από το προσωπικό αρχείο του Τάκη Πολεμη)                           

 

                                                                                          

                                                             ΦΩΤΟ ΣΗΜΑΤΩΡΟΣ gia site

 

                                                                              Ο Τ. Πολέμης ως σηματωρός

                                                             (από το προσωπικό αρχείο του Τάκη Πολεμη)

 

 

 

    εξοδα στρατου gia site

 

 

 

έξοδα στρατού 2 gia site

                              Τα έξοδα της στρατιωτικής θητείας του Τάκη Πολέμη, από σημειώσεις της μητέρας του

                                                             και μεταγενέστερο προσωπικό του σχόλιο. 

                                                          (από το προσωπικό αρχείο του Τάκη Πολέμη)

 

 

Όμως μύριζε ο πόλεμος… Με την κήρυξή του, 28 Οκτωβρίου του 40 ήμουν με άδεια στις Στενιές. Ναύτης. Κατέβηκα στη Χώρα όπως και άλλοι πολλοί… έξω από το καφενείο του Μπόνη, απέναντι από το φαρμακείο του Κασιμάτη, μπήκαμε σε ένα φορτηγό όρθιοι να πάμε στο Γαύριο. Η Μπόνενα μας έβλεπε και τραβούσε τα μαλλιά της. Από το Γαύριο περάσαμε στη Ραφήνα και μάλιστα ήμουν πάντα πάνω στο κατάστρωμα γιατί φοβόμουν μήπως μας τορπιλίσουν και ήθελα να δω πού είναι τα σωσίβια..». 

           Στο ναρκαλιευτικό «Ερθα» και σ' ένα επιταγμένο φορτηγό πλοίο, το «Γεώργιος Δρακούλης»  που άνοιγε φράγματα για να περνούν με ασφάλεια οι νηοπομπές από τον ναρκοθετημένο Ευβοϊκό, στο φράγμα του Β. Ευβοϊκού, όπως διευκρινίζει, ο Τ. Πολέμης δίνει το δικό του «παρών» στο προσκλητήριο της πατρίδας του κατά των Ιταλών.  

«Ημουν στο Γεώργιος Δρακούλης όταν βομβαρδίστηκε. Ποίαρχος ήταν ο Πάνος Φερεντίνος, ηλικίας 35-40 ετών. Φύγαμε από τους Ωραιούς. Στη γέφυρα είχαμε δύο αντιαεροπορικά st entienne. Ομως το ένα έπαθε εμπλοκή και όλοι οι ναύτες πήραμε δρόμο και χωθήκαμε μεταξύ της τραπεζαρίας των αξιωματικών και του αμπαριού Νο 2. Ο πλοίαρχος, ένας πολυ έξυπνος άνθρωπος, όταν κατάλαβε ότι θα σκοτωνόμαστε όλοι, μας έβγαλε έξω στη στεριά, στα Αμπέλια Χαλκίδας, κάτω από κάτι ελιές να κρυφτούμε. Φάγαμε 55 βόμβες. Στην 56η βούλιαξε. Γυρίσαμε στην Αθήνα με τα πόδια φορτωμένοι το σάκο μας που ζύγιζε καμιά εικοσαριά οκάδες»

 

 

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ site

 

            ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ site 2

                                                      Πιστοποιητικό εθνικής υπηρεσίας 

                                                           (από το προσωπικό αρχείο του Τάκη Πολέμη)

                                   

 

                  Επιστροφή στην Ανδρο το Μάιο του 1941. «Όταν έφτασα στις Τρύπες με τα πόδια από τη Χώρα, και αντίκρισα το χωριό, έσκυψα χάμω και φίλησα το χώμα... έκαμα το σταυρό μου γιατί γύρισα. Είναι κάτι που στον άλλο δεν έχει σημασία… αλλά για μένα ήταν σημαντικό που είδα το χωριό…»

 

Κατοχή

 

            Και μετά η περίοδος της κατοχής... «Στην κατοχή παιδί μου να σου πω. Οι Ιταλοί ήρθαν στην Ανδρο την ημέρα της Αγίας Τριάδος. Απάνω λειτουργούσε η εκκλησία και αυτοί μπήκαν στο λιμάνι…. Μείναμε στην εκκλησία…  

Πρώτα απ’ όλα ο πατέρας μου Μάιο – Ιούνιο του 41 πήρε μια αγελάδα για νάχουμε στο σπίτι γάλα. Την είχε πληρώσει 5000 δραχμές. Λεπτά που αυτός που τα πήρε, τα θεωρούσε ότι ήτανε εκατομμύρια. Εμάς μας έσωσε η αγελάδα. Την πήγαινα να φάει, σ’ ένα χτήμα που είχαμε στον Πλάτανο, κάθε μέρα, 2 ώρες δρόμο το πρωί και 2 ώρες το βράδυ που πήγαινα και την έπαιρνα. Φορούσα τσαρούχια. Ο πατέρας μου είχε πάρει 2 ρόδες αυτοκινήτων για νάχουμε τσαρούχια. Και φορούσα τσαρούχια. Κάποιοι τον πρώτο χρόνο μας κοροιδεύανε, αλλά το δεύτερο βάλανε όλοι τσαρούχια… Την Κυριακή μαζευόμαστε στο καφενείο του Λούη. Παίζαμε σκάκι. Κι έφευγα από εκεί το βράδυ, να πάω στον Πλάτανο, να πάρω την αγελάδα, να τη φέρω στην Πέρα Πάντα. Μια φορά επειδή η αγελάδα ήταν να γεννήσει γύριζα το βόλι στο ελαιοτριβείο –υπήρχαν δυο ελαιοτριβεία στο χωριό- μόνος μου για να αλέσω τις ελιές. Είχαμε ελιές και τις μαζεύαμε. Είχαμε μάλιστα σκάψει τον τοίχο και εκεί είχαμε κρύψει ένα μεγάλο βαρέλι, το είχαμε χτίσει από μπροστά για να μπορούμε να έχουμε το λάδι… να μην το βρούνε οι ιταλοί.

            Και σημειώστε για την εποχή ότι είχαμε τις γνωριμίες μας και τις συμπάθειές μας σαν νέοι και νέες...  

Δυσκολίες; Πολλές! Πηγαίναμε στη Βουρκωτή για να βρούμε λίγες πατάτες... Υπήρχαν παιδιά από τις Στενιές που πήγαν σε άλλα χωριά και δουλεύανε για φαγητό. Θυμάμαι ένα τσουβάλι καλαμπόκι που είχε αγοράσει ο πατέρας μου. Πόσα λεφτά είχε δώσει για να έχουμε να αλέθουμε!!! Αρχιζα το μεσημέρι και το άλεθα στην πέτρα, έτσι γύρω - γύρω, το απόγευμα το έβαζε η αδελφή μου και έβραζε 4-5 ώρες για να φάμε το βράδυ. Κάτι σαν σούγλι... Ο Σαμιωτάκης βοήθησε το χωριό γιατί είχε καΐκι και έφερνε από τον Πειραιά πράγματα. Αυτός ενδιαφερότανε. Θυμάμαι ένα τσουβάλι καλαμπόκι, πόσα λεφτά είχε δώσει ο πατέρας μου για να έχουμε να αλέθουμε... Άλεθα το μεσημέρι το καλαμπόκι στην πέτρα έτσι γύρω - γύρω και το απόγευμα το έβαζε η αδελφή μου και έβραζε 5-6 ώρες για να φάμε το βράδυ. Σαν σούγλι το κάναμε...

       Μια φορά στην κατοχή θυμάμαι, ήρθανε κάτι φαντάροι Ιταλοί και πήγανε να φάνε βύσινα από μια βυσινιά που είχαμε στο χτήμα. τους έπιασα στις πέτρες...  

  

 

                                       stis kerasovissinies - gia site

                            Με τον αδελφό του Γιώργο, στις βυσινοκερασιές. Φωτογραφία του 1935. 

"Σημειώνω ότι η φωτογραφική μηχανή ήταν δική μου.  Σπάνιο απόκτημα για την εποχή εκείνη", θυμάται ο Τ. Πολέμης . 

                                

       Ενημέρωση δεν υπήρχε εκείνη την εποχή. "Πώς μαθαίναμε τα νέα από τον πόλεμο; Θυμάμαι ήταν ένας μηχανικός ο οποίος είχε ραδιόφωνο. Ηταν στα Λάμυρα ή το Μεσαθούρι, αυτό δεν το θυμάμαι ακριβώς. Η διαδρομή ήταν να φύγω από περαμπάντα να ανέβω το βουνό, να περνάω τα χωριά για να φτάσω. Ηταν δε το ραδιόφωνο χωμένο στη φάτνη που έτρωγε η αγελάδα. Η φάτνη ήτανε σκεπασμένη με μία πέτρα και άχυρα για να μη φαίνεται.  Εκεί πήγαινα μια φορά τη βδομάδα με τα πόδια για να μάθω νέα από τον πόλεμο. Τα έγραφα εν περιλήψει για να μην μπορούν να φανούν για να τα πω στον πατέρα μου.  Το ραδιόφωνο δούλευε ή με μανιατό ή με δυναμό, σίγουρα όχι με ηλεκτρικό...»

          Ο Τάκης Πολέμης μιλάει για την εποχή που η ανδριώτικη κοινωνία "είχε χωριστεί σε εθνικόφρονες και αριστερούς" και θυμάται αντιπαραθέσεις μιας άλλης εποχής και νοοτροπίας. Τις αφήνει ασχολίαστες, κρυμμένες στη μνήμη όσων τις έζησαν και στη γνώση όσων τις άκουσαν από τους προηγούμενους. Αλλάζει θέμα με ιδιαίτερα διπλωματικό τρόπο, τονίζει τη χαρά που αισθάνθηκε με την απελευθέρωση και την αγωνία για το πρώτο μεταπολεμικό μπάρκο.  

 

Η μεταπολεμική περίοδος

           Γενάρης του 1945 με το Ιρις. Από τους 24 ναυτικούς του πλοίου, οι 19 συγχωριανοί του Τ. Πολέμη. Στενιώτες, όπως και ο πλοιοκτήτης.  «Πηγαίναμε Πειραιά - Αλεξάνδρεια - Κύπρο και άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής, Πήγαμε και Γένοβα. Στο πρώτο ταξίδι από τον Πειραιά από γενική γαστρεντερίτιδα. Σταμάτησε να μαγειρεύει ο μάγειρας, του λέει ο καπετάνιος φτιάξτους ρύζι. Το λίπος που τρώγαμε, αυτό ήταν που μας πείραξε… Θυμάμαι που μεταφέραμε από την Αίγυπτο στον Πειραιά ρόδες αυτοκινήτων, τις οποίες μάζευαν οι ντόπιοι από την έρημο μετά τον πόλεμο. Εδώ τις πουλούσαν».

 

 

 

                 ΓΙΑΓΙΑ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΠΟΛΕΜΗ

                                                Τρεις γενιές στη γέφυρα! Στο τιμόνι η γιαγιά Ασημένια!

                                          Την παρακολουθούν ο γιος της Σταμάτης και ο εγγονός της Τάκης. 

                                                            (από το προσωπικό αρχείο του Τ. Πολέμη)

 

 

         Με καμάρι μιλάει για τη γιαγιά του Ασημένια Πολέμη. «Γεννημένη του 1863, έφυγε σε ηλικία 96 ετών. Απ' ότι μου έλεγε γύρω στο 1913-15 βούλιαξε ένα βαπόρι και τα μαδέρια βγήκανε έξω στον Πλάτανο, την Μπαρμπαρόλα. Πήγαιναν οι 3 αδελφές και τα έφερναν στο σπίτι για να στρώσουν το πάτωμα. στην εποχή της είχαν μεταξοσκώληκες στο χωριό, εγώ δεν τους έφτασα. Ηταν αυστηρή γυναίκα. Εχω επιστολές από την αλληλογραφία της με τον παππού μου και τον πατέρα μου. Εν Πειραιεί 25 Μαΐου 1948, γράμμα της γιαγιάς Ασημένιας Πολέμη προς τον πατέρα μου… Λεέι από το γράψιμό μου θα καταλάβεις ότι γήρασα….»

 

        Με αστείρευτη διάθεση ψάχνει στο αρχείο του και ανασκαλεύει στη μνήμη του... Την Ανδρο ως τόπο εξορίας τη δεκαετία του '30, τότε που ο Γεώργιος Παπανδρέου ζούσε εξόριστος στη Χώρα. Τον πρώτο μισθό την ίδια περίοδο.  «Ο μισθός ήταν 15 χάρτινες λίρες. Και μάλιστα τα λεπτά δεν σου τα δίνανε στα χέρια αλλά κατετίθεντο στην Αγγλία στην τράπεζα και τα έπαιρνες σιγά – σιγά. Ορισμένα τη βδομάδα. Υποχρεωτική αποταμίευση...». Κάτι σαν capital control!!! Καταστάσεις μακρινές και συγχρόνως τόσο επίκαιρες...

 

Λίστα άρθρων

Καιρός

Στιγμές

6._ΧΩΡΑ_ΕΝΕΤΙΚΟ_ΚΑΣΤΡΟ_1930.jpg